ΑΒ στη διατροφή & την υγεία

ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ 

Ας δούμε μερικές αλήθειες με απλά λόγια. Πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε: 

Ευλογημένη χώρα η Ελλάδα και πλούσια τα ελέη του Κυρίου, αναφορικά με τη διαθεσιμότητα ποικιλίας τροφίμων. Γόνιμη η γη, θησαυρός και η θάλασσα που μας βρέχει ολόγυρα, με μοναδικό σκοπό τους να μας θρέψουν (μόνο λίγο σεβασμό μας ζήτησαν κι αυτόν τους τον αρνηθήκαμε).

Αυτά, λοιπόν, είχαμε (δηλαδή τα πάντα) και αυτά τρώγαμε. Έτσι, τους αθώους εκείνους καιρούς που η διατροφή ήταν μέσο επιβίωσης κι όχι αντικείμενο μελέτης, δημιουργήσαμε (εν αγνοία μας, είναι αλήθεια) την περιβόητη πλέον Μεσογειακή Διατροφή. Και η Μεσογειακή διατροφή, βάση της οποίας είναι το ελαιόλαδο, μας ανάθρεψε και ανάστησε γενιές και γενιές στη χώρα μας.

Όταν, λοιπόν, ο υψηλότερος μέσος όρος ζωής, καθώς και τα σημαντικά λιγότερα καρδιακά, αλλά και άλλα προβλήματα υγείας των μεσογειακών λαών, τράβηξαν την προσοχή των πιο αναπτυγμένων χωρών της Δύσης, το δικό μας ζηλόφθονο μάτι είχε ήδη πέσει πάνω στον τρόπο διατροφής Δυτικού τύπου, ο οποίος έγινε αστραπιαία συνώνυμος με την καλοζωία (τελείως εσφαλμένα βέβαια).

Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε τι είχαμε, παρακινούμενοι από τους διθυράμβους των δυτικών χωρών για τη Μεσογειακή Διατροφή, το είχαμε ήδη χάσει. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να πρέπει να κάνουμε πραγματικό αγώνα για να απαλλαγούμε από την κακή συνήθεια και τον εθισμό μιας διατροφής με πολύ κρέας, υπερβολικά υψηλό ποσοστό κορεσμένων λιπαρών οξέων, φτωχή σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά και με μεθόδους μαγειρέματος καταστροφικούς, τόσο για τα ίδια τα τρόφιμα, όσο και για μας που τα καταναλώνουμε. Να ‘μαστε λοιπόν και εμείς στην ‘’Ελλαδίτσα’’ μας, να έχουμε προγράμματα επιδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να προωθήσουν το ελαιόλαδο, μάλιστα κυρίες και κύριοι, το λαδάκι μας.
Και να γιατί αυτό ήταν, τελικά, αναγκαίο:

Πριν από κάποια χρόνια, λοιπόν, όταν οι Έλληνες αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για τη λεγόμενη ‘‘υγιεινή διατροφή’’, αγκαλιάσαμε (πολύ βιαστικά) ορισμένες πολύ απλοϊκές ιδέες σχετικά με την κατανάλωση λιπαρών. Είναι κοινό μυστικό ότι εμείς οι Έλληνες ό,τι κάνουμε, το κάνουμε με πάθος. Έτσι, ξαφνικά, όλες οι ουσίες που είχαν την ατυχία να ανήκουν σε αυτήν την ‘’κακή’’ ομάδα των λιπαρών ενώσεων, μπήκαν στο ίδιο τσουβάλι.

Μια από τις τροφές που ‘‘πήρε η μπάλα’’, και μάλιστα τόσο μα τόσο άδικα, ήταν το πραγματικά πολύτιμο ελαιόλαδο. Μια από τις βασικότερες αιτίες που τόσο κατηγορήθηκε το ελαιόλαδο στη συνείδηση των μη ειδικών, ήταν η τόσο μεστή γεύση του. Θεωρήθηκε ότι πιο μεστή γεύση σήμαινε και ‘‘πιο λιπαρό τρόφιμο’’ (άρα καλύτερα να έλειπε για τη διατήρηση της σιλουέτας και της υγείας), ιδέα τελείως λανθασμένη.
Και να γιατί:
Το οποιοδήποτε λάδι, είτε είναι το ‘‘ελαφρύτερο’’ σπορέλαιο, είτε ελαιόλαδο, έχει τις ίδιες ακριβώς θερμίδες ανά γραμμάριο. Στο σημείο αυτό οφείλω να τονίσω ότι ο όρος ‘‘ανά γραμμάριο’’ σημαίνει ότι πρέπει να συγκρίνουμε τις λιπαρές ουσίες χρησιμοποιώντας το βάρος τους και όχι τον όγκο τους, μετρώντας τες με φλιτζάνια,  όπως γίνεται συνήθως στις συνταγές μαγειρικής. Κι αυτό γιατί συγκρίνοντας το ένα λάδι με το άλλο, μπορεί να μη βρούμε μεγάλες διαφορές στο βάρος, αλλά, συγκρίνοντας ένα λάδι με ένα βούτυρο, οπωσδήποτε θα βρούμε σημαντικές διαφορές.

Παρά τις όμοιες θερμίδες, όμως, τα διάφορα λάδια έχουν πολύ διαφορετική σύσταση σε θρεπτικά συστατικά, δηλαδή πολύ διαφορετική ποιότητα. Το ελαιόλαδο από πλευράς ποιότητας είναι ​α ν α ν τ ι κ α τ ά σ τ α τ ο, κυρίως λόγω της σημαντικής ποσότητας απαραίτητων λιπαρών οξέων που περιέχει και δεν μπορούμε να βρούμε αλλού.

Ας επανέλθουμε τώρα στη μεστή γεύση του ελαιόλαδου και στο τι αυτή σημαίνει πρακτικά. Αν χρησιμοποιήσουμε μικρότερη ποσότητα ελαιόλαδου από ό,τι ενός οποιουδήποτε σπορέλαιου, θα έχουμε το ίδιο ή καλύτερο γευστικό αποτέλεσμα, αλλά και ταυτόχρονα, πρόσληψη εξαιρετικής ποιότητας θρεπτικών συστατικών (που μόνο το ελαιόλαδο μπορεί να μας δώσει σε τέτοιες σημαντικές ποσότητες), αλλά και πολύ λιγότερες θερμίδες (μια και χρησιμοποιήσαμε μικρότερη ποσότητα λιπαρού).

​Να, λοιπόν, που εκείνο που θεωρήθηκε το μεγαλύτερο ελάττωμα του ελαιόλαδου, είναι τελικά και το μεγαλύτερο προτέρημά του. 
Η χαρακτηριστική οσμή του ελαιόλαδου είναι, επίσης, ένα από τα ‘ελαττώματα’ που του έχουν προσαφθεί, από νεαρά, κυρίως, άτομα, που δεν την έχουν συνηθίσει από την παιδική τους ηλικία. Αυτό το πρόβλημα έχει ήδη λυθεί από τη βιομηχανία. Έτσι, αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν στην αγορά δεκάδες ραφιναρισμένα ελαιόλαδα, χωρίς καθόλου οσμή.


Ελαιόλαδο και μόνο ελαιόλαδο λοιπόν